Την επόμενη μέρα ανακατέλαβε το ύψωμα του Προφήτη Ηλία, την κορυφή Ταμπούρι και το χωριό Φούρκα. Αλλά, καθώς οι ελληνικές δυνάμεις συνέχιζαν την προέλασή τους για την απώθηση των ιταλικών, ο Δαβάκης δεν βγήκε αλώβητος. Την έκτη μέρα των μαχών δέχθηκε σφαίρα στο στήθος, και μεταφέρθηκε αναίσθητος στο χωριό Επταχώρι. Ο τραυματισμός του δεν τον σκότωσε, αλλά τον ανάγκασε να αποχωρήσει από το μέτωπο λόγω επιπλοκών που προκάλεσε σε μια παλιά του στηθιαία νόσο.
Μέχρι τις 13 Νοεμβρίου ο ελληνικός στρατός απώθησε τη Μεραρχία «Τζούλια» πίσω στα σύνορα της Αλβανίας. Θα ακολουθούσε η εκδίωξη των δυνάμεων του Μουσολίνι βαθιά στο αλβανικό έδαφος, και εντέλει η ήττα τους. Παρόλα αυτά, η Ελλάδα θα περνούσε λίγους μήνες αργότερα στα ιταλικά χέρια: τον Απρίλιο του 1941 η ναζιστική Γερμανία εισέβαλλε και κατέκτησε την Ελλάδα, και ένα μεγάλο μέρος της το άφησε στον έλεγχο των συμμάχων της, Ιταλών.
Κατά συνέπεια, το Δεκέμβριο του 1942 οι ιταλικές δυνάμεις στην Ελλάδα κατάφεραν να εντοπίσουν και να συλλάβουν τον Κωνσταντίνο Δαβάκη, με την κατηγορία της συμμετοχής σε αντιστασιακή οργάνωση. Η μοίρα που του επεφύλασσαν ήταν ο εγκλεισμός σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Όμως, το πλοίο το οποίο μετέφερε τον Δαβάκη στην Ιταλία τορπιλίστηκε από συμμαχικό υποβρύχιο, και ο ήρωας του ελληνικού αγώνα στα βουνά της Αλβανίας ξεψύχησε στα παγωμένα νερά της Αδριατικής θάλασσας. Η σωρός του περισυνελλέγη, και ενταφιάστηκε στο αλβαικό λιμάνι της Αυλώνας. Μετά τον πόλεμο, τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Αθήνα.
Στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας, στις 20 Ιουλίου κάθε χρόνο μαζί με τη δοξολογία για τον Προφήτη, ο ελληνικός στρατός και οι κάτοικοι της περιοχής εναποθέτουν στεφάνια στις προτομές του Αλέξανδρου Διάκου και του Κωνσταντίνου Δαβάκη. Μέσα από αυτές, βεβαίως, αποδίδουν τις τιμές και σε όλους τους νεκρούς της μάχης της Πίνδου.